Η «Προφητεία» επιχειρεί να μετακινήσει τη σχολική επέτειο από την απλή αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων προς ένα ερώτημα πιο ουσιαστικό: τι επιλέγουν να κάνουν οι άνθρωποι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τον φόβο, την αδικία και την Ιστορία;
Η «Προφητεία» δεν έχει σχεδιαστεί ως μια αναπαράσταση μαχών, αλλά ως ένα έργο ανθρώπων μέσα στην Ιστορία. Σκηνοθετικά, επομένως, προτείνεται να αποφευχθούν ο υπερβολικός πολεμικός εντυπωσιασμός και η κυριολεκτική αναπαράσταση της βίας. Το βάρος μπορεί να δοθεί στις σχέσεις, στις απώλειες, στις σιωπές και στις επιλογές των προσώπων.
Οι έξι σκηνές κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η επιστροφή στη Δέσποινα και στον Γέρο λειτουργεί ως δραματουργικό πλαίσιο, ενώ οι ενδιάμεσες σκηνές μεταφέρουν όσα προφητεύονται στον πραγματικό ιστορικό χρόνο. Οι μεταβάσεις μπορούν να πραγματοποιούνται χωρίς αλλαγή σκηνικού, με φωτισμό, μουσική, ηχητικά ντοκουμέντα ή παγωμένες εικόνες.
Η διανομή μπορεί να προσαρμοστεί σημαντικά. Οι Γειτόνισσες, ο Γιος της Γειτόνισσας, ο Κυριάκος, ο Βίκτωρας και η Μαριάμ μπορούν να αξιοποιηθούν σε διπλοδιανομές, εφόσον χρειάζεται μικρότερος θίασος. Αντίθετα, η σκηνή της Απελευθέρωσης επιτρέπει τη συμμετοχή μεγαλύτερου αριθμού παιδιών ως Ελληνικός λαός, στρατιώτες ή βουβά πρόσωπα, χωρίς να απαιτείται προσθήκη νέου κειμένου.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στην παιδαγωγική προετοιμασία των μαθητών. Το έργο αναφέρεται στην Κατοχή, στις σφαγές των Καλαβρύτων και του Διστόμου, στο Ολοκαύτωμα και στην απώλεια μελών μιας οικογένειας. Τα ζητήματα αυτά καλό είναι να έχουν προηγουμένως συζητηθεί στην τάξη με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία των παιδιών, ώστε η παράσταση να μην λειτουργήσει ως απλή συναισθηματική φόρτιση αλλά ως αφορμή για ιστορική κατανόηση και διάλογο.
Κεντρικό σκηνοθετικό σύμβολο μπορεί να αποτελέσει η ελληνική σημαία. Στη μεταπολεμική σκηνή ο Γιώργης ζητά να παραμείνει στο μπαλκόνι ακόμη κι όταν το σπίτι αλλάζει χέρια, μετατρέποντάς την από σύμβολο στρατιωτικής νίκης σε σύμβολο κοινής πατρίδας, συνύπαρξης και ευθύνης απέναντι στον άλλον.